Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Χριστίνα σχολιάζει... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Χριστίνα σχολιάζει... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Μους στρατσιατέλας με μπανάνα

                                         Σχολιάζει η Χριστίνα Ντεχόλα

«Χώρισες;»

«Εγώ δεν είχα για να χωρίσω, εσύ χώρισες;»

«Νομίζω.»

«Να πάρουμε τη σαλάτα με φινόκιο και βινεγκρέτ μελιού;»

«Ναι, και θέλω και τη μους στρατσιατέλας με μπανάνα.»






«Και τι είπατε;» Τίποτα, της λέω. Τι να πούμε; Ό,τι λέμε κάθε φορά, με κάθε άτομο, με το ίδιο απαράδεκτο ύφος και την ίδια άβολη ματιά. Δεν τα βρίσκουμε. Ούτε εμείς ούτε οι άλλοι. Απορώ πόσα απολεσθέντα χωράνε οι ζωές των ανθρώπων και όλο πληθαίνουν αυτά που δε βρίσκουμε. Αλλά πως να βρεις κάτι από τη στιγμή που δε ξέρεις καν τι ψάχνεις. Είσαι σαν την βραδινή λιγούρα που κοντοστέκεται στο ανοιχτό ψυγείο και δε της αρέσει τίποτα. Τίποτα δεν είναι αρκετό για να κορέσει το ηλίθιο κενό της βαρεμάρας περισσότερο, παρά της πείνας.


«Ε, δε γινόταν», ποτέ δε γίνεται. Γιατί το εύκολο είναι να ξεφύγεις, να μην σκοτιστείς και πολύ. Πόσα πράγματα όμως θα μπορούσαν να γίνουν αν δεν έλεγες αυτό, το δε γινόταν. Πόσα achievements θα είχες κάνει unlock, πόσες στιγμές, ευκαιρίες, συναισθήματα, εμπειρίες και βιώματα χάνεις, δεν το ξέρεις. Και πόση ζωή χαραμίζεις αρνούμενη να ανοίξεις ένα μικρό πορτάκι να μπει λίγο ζεστό φως.




«Όμως γιατί»; Κάθε φορά να σε τρώνε τα γιατί;  Έχω σταματήσει να απαντάω σε «γιατί». Η πιο ειλικρινής και πλέον ενήλικη απάντηση σε όλα τα «γιατί» είναι η εξής. «Γιατί έτσι»! Γιατί δε μου μιλάει, γιατί δεν τον θέλω όπως παλιά, γιατί κοιτάει άλλες, γιατί δε μπορούμε να επικοινωνήσουμε πια, γιατί ξέχασε να με πάρει απόψε τηλέφωνο, γιατί δεν τον βλέπω άλλο ερωτικά, γιατί με απάτησε, γιατί, γιατί… Έτσι. Έκανες μια επιλογή γιατί έτσι! 
Δε σε γουστάρει άλλο, επειδή έτσι! Τα πράγματα είναι απλά όπως είναι.




«Και τώρα;» Τώρα ο χρόνος κυλάει γραμμικά, η γη κάνει σβούρες στο ηλιακό σύστημα, το γάλα στο ψυγείο μου θα λήξει αύριο και η μους στρατσιατέλας ήταν σκέτο όνειρο.

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Ώρα για αλλαγή

Σχολιάζει η Χριστίνα Ντεχόλα

Είπα δεν θα γράψω για αυτό. Είπα στον εαυτό μου ότι δεν μπορώ να πληκτρολογήσω ούτε λέξη. Δεν ήμουν εκεί. Δεν έχω πάει ποτέ. Έγραψαν τόσοι και τόσοι. Αποτυπώθηκαν μαρτυρίες, πλάνα εικόνες. Όλα τόσο φορτισμένα και τόσο σοκαριστικά. Η καταστροφή σφοδρή και ο πόνος ανείπωτος. 

Είδα όλες τις εικόνες. Διάβασα όλες τις μαρτυρίες. Όχι γιατί τη βρίσκω με τον πόνο του κόσμου, αλλά γιατί δεν ήθελα να σβήσω την οθόνη του υπολογιστή μου και να γυρίσω έτσι άνετα στην προς το παρόν ασφαλή μου πραγματικότητα. Μου αρέσει να ξέρω. Να δω τι πέρασαν. Να βιώσω μέσα από τη μαρτυρία το συμβάν, σαν να είχε συμβεί σε μένα. Γιατί υπάρχει και αυτό, υπάρχει η καταστροφή, η δυστυχία, η αδρεναλίνη του να σώσεις και να σωθείς. Και αισθάνομαι υποχρέωση στον εαυτό μου να του δείχνω όλες τις πτυχές της ύπαρξης.





Το θέμα δεν είναι να παριστάνεις ότι ο κίνδυνος δεν υπάρχει, αλλά να τον δεις με μάτια ορθάνοιχτα, να βάλεις τον εαυτό σου μέσα και να αναρωτηθείς «εγώ τι θα είχα κάνει σε αντίστοιχες συνθήκες». Ναι, οι εικόνες ήταν δύσκολες, και δημοσιευόταν αλλεπάλληλα σε διάφορα μέσα ενημέρωσης. Αλλά σε τι βοηθά το να αποφύγεις να τις αντικρίσεις; Προτείνω όλοι να δούμε αυτό που έγινε.

Την επόμενη φορά, που θα πας να πετάξεις το τσιγάρο σου από το αυτοκίνητο να θυμηθείς την εικόνα του καπνισμένου σκύλου. Την επόμενη φορά, που θα κάνεις μπάρμπεκιου και κανείς σας δε θα ασχοληθεί με τα μισό σβησμένα κάρβουνα, να θυμηθείς τα καμένα πεύκα. Όταν δεις κάποιον να ανάβει μια φωτιά στο δάσος και να απομακρύνεται να σου σκάει το μυαλό η εικόνα των

αγνοούμενων παιδιών.


Όταν ψάχνεις που να χτίσεις και βρίσκεις τελικά ένα πολύ ωραίο σημείο που όμως κλείνει την πρόσβαση στους υπόλοιπους, εύχομαι να έρθουν στη μνήμη σου οι καμμένοι, οι πνιγμένοι και οι συγγενείς τους. Την επόμενη φορά που θα δεις καπνό που πλησιάζει σε κατοικημένη περιοχή, να μην περιμένεις κάποιον να κάνει κάτι. Κάνε εσύ κάτι!

Τώρα θα μαζέψει ο κόσμος τα κομμάτια του, με θλίψη, με βοήθεια, με αγωνία, με τον καιρό ίσως κάποιες πληγές κλείσουν. Αν όμως σε πέντε ή δέκα χρόνια υπάρξει ένα δεύτερο Μάτι, μια ακόμα τραγωδία θα είναι επειδή κάποιος από όλους εμάς που υποσχέθηκε στον εαυτό του να γίνει η αυριανή αλλαγή, δεν το έκανε.



Σάββατο 19 Μαΐου 2018

Άντρες παλιάς κοπής και πώς να τους ξεχωρίσεις.


Της Χριστίνας Ντεχόλα

Ανάμεσα σε χιλιάδες κόπιες ανθρώπων, εκεί κάπου στο ημίφως ενός κεριού με άρωμα βαρύ και ξυλώδες, χαμένοι στις σελίδες ενός βιβλίου που θα γράφτηκε κάπου μισό αιώνα πριν . Ή μπορεί να τους βρεις να ταξιδεύουν στα μονοπάτια του μυαλού και της μουσικής τους. Τυχοδιώκτες της σκόπιμης σιωπής τους, κρατώντας ένα ποτήρι σκωτσέζικο ουίσκι δίχως πάγο . Βρίσκονται πάντα εκεί που θέλουν να βρίσκονται και ποτέ εκεί που δεν επέλεξαν. Αυτοί είναι οι άντρες παλιάς κοπής. Κι όσο κι αν καταφέρεις να τους ξεχωρίσεις μέσα στο πλήθος, δεν μπορείς να τους εντυπωσιάσεις. 

Ασχέτως αντικειμένου, οι άντρες παλιάς κοπής αγαπούν να γνωρίζουν. Ενημερώνονται, διαβάζουν και μοιράζονται τη γνώση τους. Δεν αντέχουν να είναι μέτριοι. Είτε είναι τεχνίτες, επιστήμονες, δάσκαλοι , επιχειρηματίες  μουσικοί και καλλιτέχνες, θέλουν να είναι οι καλύτεροι που μπορούν να είναι. Δε σταματούν να μελετάνε το αντικείμενο τους και φιλοδοξούν όσο ζουν και αναπνέουν. 
Αγαπούν να φορούν το λευκό τους πουκάμισο σε γιορτές, το καλό τους ρολόι όταν συνοδεύουν μια γυναίκα , και το μοναδικό τους άρωμα που μαρτυρά την παρουσία τους.

Φροντίζουν να είναι φρεσκοκουρεμένοι και αρρενωποί. Ξέρουν να χειρίζονται τη γλώσσα σωστά κι επιτηδευμένα και σε κάθε τους χειραψία σου αφήνουν ως ανάμνηση το after shave τους για να τους θυμάσαι, ακόμη κι όταν δεν θα είναι πλέον τριγύρω.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Χίλιες και μια νύχτες στις όχθες του Έβρου

Αρθρογραφεί η Χριστίνα Ντεχόλα

Μας δώσανε από μια βελέντζα μάλλινη, από κείνες που δε περνάει κρύο και κινήσαμε για τα σύνορα και τα πολυβολεία. Ήταν Νοέμβρης του ’67 θαρρώ ή του ’68. Τότε η θητεία ήταν δύο χρόνια. Είπε η διοίκηση από νωρίς να είμαστε έτοιμοι γιατί θα γένει μιαν άσκηση. Όλοι όμως κατάλαβαν πως δεν ήταν άσκηση τελικά. Χιόνιζε που λες παιδί μου, αλλά εμείς κάναμε μιαν γούβα στο χώμα και ρίξαμε μέσα τις κουβέρτες κι επήραμε τα όπλα για προσκέφαλα και τους περιμέναμε. Πότε πότε αλλάζαμε κι έπεφτε χάμω ένας να κοιμηθεί κι οι άλλοι επιφυλακή. Αλλάξαμε κάμποσα βράδια εκεί,  είχαν παγώσει τα μαλλιά μας και τα φρύδια μας . Κοιμόμασταν έξω στις γούβες… θα ταν κάνας μήνας. Όμως ούτε ένας στρατιώτης δεν έκαμε πίσω. Κι ύστερα δεν έγινε τίποτα. Κανείς δεν ήρθε. Κι ο στρατός μας είπε να πάμε πίσω στα στρατόπεδα μας όλοι.

Στρατιώτες απο το Τυχερό Έβρου...φωτογραφία του 1940

«Φυσικά ξέρω που είναι τα σύνορα.» μου λέει. «Ζούμε όλη μας τη ζωή εδώ, αλίμονο! Είναι εκείνο το μέρος που το ποτάμι πάει κατ’ την Τουρκιά και το σύνορο είναι απαν’ στη γης» μου λέει ο παππούς μου όταν τον ρωτώ εάν μπορεί κανείς να χαθεί στα σύνορα. «Κουράγιο τις μανάδες τους, κείνες ξέρουν τι Σταυρό κουβαλούν τώρα» λέει η γιαγιά μου και κοιτά από το παράθυρο το χιόνι που λιώνει στις απέναντι σκεπές.

Έζησα τη μισή μου ζωή στον νομό Έβρου με την πεποίθηση ότι θεωρείται αδίκως περιθωριοποιημένη περιοχή. Τι κι αν είμαστε το σύνορο της Ελλάδας, η πινέζα, ο φόβος και ο τρόμος του κάθε νεοσύλλεκτου. Έλεγα ότι ζούμε ειρηνικά, χωρίς φόβο πλέον, χωρίς μένος, χωρίς διαφορές με την γείτονα χώρα. Τώρα όμως δεν έχω να πω κάτι. Τι να πει κανείς σε δύο μάνες που δε κοιμούνται από αγωνία;
Βλέπω τουλάχιστον την συμπαράσταση. Βλέπω ότι οι Έλληνες νοιάστηκαν. Είδα τους Θρακιώτες να έχουν φωνή. Είδα ότι ένα έθνος κουρασμένο και σκουριασμένο να δηλώνει παρόν και να επανασυνδέει τα ακίνητα στους χρόνους μέλη του. Στους δύσκολους καιρούς ακούγονται μόνο οι δυνατές φωνές. Ή έστω οι μικρές που φωνάζουν ωσάν να ήταν μία.



Το παρόν άρθρο αποτελεί το δικό μου μήνυμα συμπαράστασης για τις οικογένειες των δύο Ελλήνων που βρίσκονται στις φυλακές Αδριανούπολης. Δεν υπάρχει πολιτική ούτε γεωπολιτική τοποθέτηση ούτε σκοπό έχει να θίξει πρόσωπα και γεγονότα.

Ντεχόλα Χριστίνα, Αρθρογράφος






Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΣΦΙΓΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ

Γράφει η Χριστίνα Ντεχόλα         

Μ΄ έβλεπε κάθε μέρα, μα δε με κοίταγε ποτέ. Απασχολημένη με τα εγκόσμια και τα απόκοσμα του συλλογισμού της δεν κατόρθωσε ποτέ να ακούσει τις μικρές αναταραχές της φωνής μου. Όσο η φωνή μου δυνάμωνε με τον καιρό, τόσο περίσσευε κι ο θόρυβος από τα μύρια μικροπράγματα. Υπήρχαν φορές, πολλές φορές που πνίγηκα και γω η ίδια στο θόρυβο της ευτέλειας, της μικροπρέπειας και της απελπισίας της. Υπήρχαν φορές που έψαχνα τη φωνή μου μέσα στη φασαρία. Έως ότου κατάλαβα, πως για να με ακούσω θα έπρεπε να σωπάσουν όλα τα παράταιρα.

Η γυναίκα με τα σφιγμένα χείλη δεν ανησυχούσε ποτέ για μένα. Την βόλευε εξαιρετικά που μπορούσα να τακτοποιώ όμορφα και ήσυχα τα θέματα μου. Μάλιστα την βόλευε να υποκρίνεται, ότι δεν άκουσε τις κραυγές αγωνίας μου όταν την είχα ανάγκη. Πίσω από τα σφιγμένα χείλη της τώρα ξέρω πως ίσως να έχει χαμογελάσει μια δυο φορές, μα δεν ξέρω αν αυτό ήταν για καλό.

Της άρεσε το άγχος. Της άρεσε να μοιράζει ευθύνες στους ανθρώπους και να είναι ετοιμόλογη όταν της απέδιδαν φταίξιμο. Ήταν άψογη στις δικαιολογίες και ουδέποτε ένιωσε υπόλογη για κάποια καταστροφή. Το αγαπημένο της χόμπι ήταν να δημιουργεί εχθρική ατμόσφαιρα για οτιδήποτε καινοτόμο, θετικό και παραγωγικό. Ναι, της άρεσε τρομερά αυτό. Και η κριτική της άρεσε! Όχι η εποικοδομητική, μα η ζηλόφθονη, κείνη που σε αποτρέπει από το να κάνεις αυτό που πηγάζει από μέσα σου.

Μια μέρα κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Γίνεται άραγε κανείς να ξεχνά την όψη του; Ποια ήμουν; Είδα αυλακιές στο πρόσωπό μου και ένα δέρμα γκρί. Είδα ένα βλέμμα άστοχο κι απελπισμένο. Αυτή δεν ήμουν εγώ. Ποτέ δεν ήθελα να γίνω αυτή που έβλεπα μπρος μου. Η γυναίκα μέσα από τον καθρέφτη με κοίταγε με τα σφιγμένα της τα χείλη. Η γυναίκα με τα σφιγμένα χείλη πλέον ήμουν εγώ.

Μετά σιωπή. Όταν σωπαίνουν τα παράταιρα ακούς τα ουσιώδη. Αποτάξου τη γυναίκα με τα σφιγμένα χείλη. Αποτάσσομαι! Κι όσο απλό κι αν ακούγεται, καθόλου έτσι εύκολα δεν έγινε. Ανοίγω τα μάτια και αναπνέω. Είμαι εγώ. Όπως πάντα ονειρευόμουν να γίνω. Είμαι αυτή που θέλω. Είμαι αυτή που ξέρω, αυτή που αξίζω να είμαι. Είμαι το κορίτσι με τα γελαστά χείλη. Είμαι η φωνή μου. Δίχως θορύβους. Είμαι εγώ, η γαλήνη μου και το χαμόγελό μου.


Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΝΑ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΔΕΣ

Γράφει η Χριστίνα Ντεχόλα      



Σίγουρα στη ζωή σου πολλά έχεις δει, δε λέω! Ροδοβαμμένος ο ουρανός ήταν απόψε. Καιγόταν μαζί με την ψυχή μου εκείνο το σούρουπο κι άφηνε σύννεφα ανεκπλήρωτου έρωτα πάνω απ’ το Θερμαικό. Θα την ερωτευόσουν τη Θεσσαλονίκη έτσι κι έβλεπες αυτό το ηλιοβασίλεμα, αλήθεια. Όλοι την ερωτεύτηκαν! Μα εσύ ερωτεύτηκες εμένα είπες! Και να τώρα γιατί βλέπω μόνη μου ηλιοβασιλέματα και ταξιδεύω;


Μια μαμά περπατά ξυπόλητη με την μικρή κόρη της στην παραλιακή και γελάνε. Ποδήλατα, ζευγάρια, σκυλιά, ψαράδες, καλλιτέχνες του δρόμου, χορευτές, μουσικοί. Χτυπά η καρδιά μου στο ρυθμό ενός φθαρμένου τύμπανου που χτυπά παλμικά ένα αγόρι με μια μπαντάνα στο κεφάλι.


Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Έχω μια πεταλούδα στον ώμο

Της Χριστίνας Ντεχόλα

Λίγο πάνω απ’ την κλείδα μου την αριστερή, έχει καθίσει χρόνια τώρα εκεί κι έχει απλώσει τα όμορφα φτερά της. Ξυπνάμε μαζί και φοράμε το καλό μας χαμόγελο και μιλάμε, λέμε ιστορίες κάθε μέρα, για όσα ζήσαμε παρέα από τότε που της επέτρεψα να καθίσει στον ώμο μου.

Όλοι με ρωτούν, μα τι είν’ αυτή η πεταλούδα εκεί στον ώμο σου; Πως δε φεύγει; Γιατί της είπες να μείνει εκεί; Τι σημαίνει να χεις μια πεταλούδα στον ώμο σου; Μόδα είναι; Κι εγώ απαντώ στους ανθρώπους. Τους λέω ότι κάλεσα αυτή την πεταλούδα εκεί και της είπα να απλώσει τα φτερά της τα μοβ με τις άσπρες πιτσιλιές. Την έχω εκεί μέρα νύχτα για να μην ξεχάσω. Να θυμάμαι τα λεπτά πιτσιλωτά εύθραυστα φτερά της.


Θα μπορούσα να τη χώσω μες στην παλάμη μου, να την συνθλίψω μέσα σε μια σφιχτή γροθιά και να καταστρέψω εκείνη και τα φτερά της τόσο απλά. Όμως δεν το κάνω. Από δική μου επιλογή κάθε μέρα φροντίζω να μην τσαλακώσω την πεταλούδα, που κάθε μέρα μένει μαζί μου από δική της επιλογή. Δεν αφήνω κανέναν να μου την πειράξει και να τσακίσει την ομορφιά της.

Η ύπαρξή της στον ώμο μου λοιπόν με βοηθά να θυμάμαι τα όρια που οφείλω να θέτω στους ανθρώπους. Να θυμάμαι πως είναι εντάξει όταν κάποιος θέλει να σε φροντίσει, αλλά δεν είναι καθόλου εντάξει να σε τσαλακώσει. Σου επιτρέπω να έρθεις κοντά μου, αλλά δεν σου επιτρέπω να θίγεις την αξιοπρέπειά μου. Αν είμαι δίπλα σου είναι επειδή το επέλεξα, κι αν δεν είσαι αξιόπιστος και ειλικρινής το μόνο που έχω να κάνω είναι να ανοίξω τα πιτσιλωτά μου φτερά και να πετάξω προτού δω την γροθιά σου να κλείνει γύρω μου.

Και τώρα που έμαθες για την πεταλούδα ελπίζω να κατάλαβες. Ελπίζω να πήρες μια ιδέα γιατί δεν πρόκειται να γυρίσω σε σένα. Δε μου το επιτρέπει η ψυχή μου η ίδια. Ακόμα και στην σκέψη μου πως υποκύπτω και σε συγχωρώ, νιώθω τα φτερά της να καίνε πάνω στο κορμί μου, όπως ακριβώς τη μέρα που μάτωνα απ’ τη βελόνα για να την αποκτήσω. Στιγμή δε το μετάνιωσα όμως. Καλύτερα να χάσω εσένα παρά την πεταλούδα. Γιατί η πεταλούδα μου είναι ένα δώρο που έχω κάνει στον εαυτό μου που δεν σκοπεύω να την αποχωριστώ. Για κανένα!